Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

ατενίζω μπροστά


ατενίζω [atenízo] :
α. κοιτάζω κάπου ευθεία μπροστά και μακριά:
Ατενίζω τον ορίζοντα.
β. (μτφ. ) έχω στραμμένη την προσοχή μου, το ενδιαφέρον μου, τις προσπάθειές μου σε κάτι:
Ατενίζω με αισιοδοξία το μέλλον.
[λόγ. < αρχ. ἀτενίζω]

2 σχόλια:

ΠΡΕΖΑ TV είπε...

Τις καλημερες μου και καλο καλοκαιρι να εχουμε...

Won_toLLa είπε...

ΑΤΕΝΙΖΩ.... Αν βγάλεις το Α και βάλεις ένα Χ...

ΧΤΕΝΙΖΩ....

ΧΤΕΝΙΖΩ ΜΕ ΑΙΣΙΟΔΟΞΙΑ ΤΟ ΜΕΛΛΟΝ!!!!