Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

απόσταση


απόσταση η [apóstasi] :
1.
α. το μήκος της ευθείας που χωρίζει ένα σημείο ή ένα σώμα από ένα άλλο:
Η απόσταση της Σελήνης από τη Γη.
Ήμουν σε τέτοια απόσταση που δεν μπορούσα να τον δω / να τον ακούσω.
Φύτε ψα τα δέντρα σε κανονικές αποστάσεις., διαστήματα.
Παρακολουθώ κάποιον / κάτι από απόσταση., από μακριά, και ως έκφραση, χωρίς να συμμετέχω ή να επεμβαίνω σε όσα συμβαίνουν.
β. το μήκος της διαδρομής που διανύει κάποιος ή κάτι ανάμεσα σε δύο σημεία:
Η απόσταση ανάμεσα στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη είναι πεντακόσια χιλιόμετρα.
Σε μικρή απόσταση από το σπίτι μου υπάρχει σχολείο.
Δρομέας μεγάλων αποστάσεων.
Οι οδηγοί πρέπει να κρατούν απόσταση ασφαλείας., τη σωστή απόσταση από τα οχήματα που προηγούνται.
2. ο χρόνος, το χρονικό διάστημα ανάμεσα σε δύο γεγονότα ή περιόδους· χρονική απόσταση:
Η απόσταση που μας χωρίζει από τον εμφύλιο πόλεμο έχει αμβλύνει τις αντιθέσεις., το χρονικό διάστημα.
Τώρα που βλέπω τα γεγονότα από την απόσταση τόσων χρόνων, τα κρίνω διαφορετικά.
3. η διαφορά που υπάρχει ανάμεσα σε πρόσωπα ή σε πράγματα ως προς την αξία, την ποιότητα, το ποσό ή το ποιόν:
Η απόσταση ανάμεσα σ΄ αυτόν που παριστάνει τον ήρωα και σ΄ αυτόν που είναι ήρωας είναι τεράστια.
Από τη θεωρία στην πράξη υπάρχει μεγάλη απόσταση.
[λόγ. < αρχ. ἀπόστα(σις) -ση]

1 σχόλιο:

Won_toLLa είπε...

ΑΠΟΣΤΑΣΗ... Αν βγάλεις το ΑΠΟ... τί γίνεται???

ΣΤΑΣΗ...

Η ΑΠΟΣΤΑΣΗ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΠΑΡΙΣΤΑΝΕΙ ΤΟΝ ΗΡΩΑ ΚΑΙ ΣΕ ΑΥΤΟΝ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ ΗΡΩΑΣ... ΕΙΝΑΙ ΘΕΜΑ ΣΤΑΣΗΣ!!!