Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

μοναξιά


μοναξιά η [monaksxá] :
1. η κατάσταση εκείνου που είναι ή ζει μόνος χωρίς συντροφιά ή γενικά επικοινωνία με άλλους ανθρώπους:
Η μοναξιά του φαροφύλακα.
Φύση ρομαντική καθώς είναι, του αρέσει η μοναξιά.
Παντρεύτηκε, γιατί δεν άντεχε άλλο τη μοναξιά.
το σχετικό συναίσθημα:
Τον σκότωσε η μοναξιά.
2. η ερημιά:
Η μοναξιά του δάσους.
[μσν. μοναξιά < ελνστ. μοναξία με συνίζ. για αποφυγή της χασμ.]

2 σχόλια:

Αθανασία είπε...

Γειάσου φίλε..έχω ξανάρθει εδώ..ωραίο μπλόγκ έχεις..αααααχ αυτή η διαβολεμένη η μοναξιά...πολλές φορές ενοχλητική.....(και ένα από τα τρία πράγματα που μισώ περισσότερο,τα άλλα δύο είναι το σκοτάδι (σε όποια μορφή έχει αυτό, την κοινή σαν κατάσταση,το σκοτάδι της ψυχής,του μυαλού γενικά το σκοτάδι)...και η σιωπή...που ίσως είναι κι αυτό που μισώ περισσότερο...να μη μιλάω και να μη μου μιλάνε...βέβαια υπάρχουν φίλε και κάποιες άλλες φορές που έχω ευχηθεί να ήμουν εντελώς μόνη κάπου...γιατί μάλλον έτσι θα υσήχαζα από διάφορα μισητά,ενοχλητικά άτομα που έχουν συνήθειο το να μου ανακατέυουν τη ζωή και να μου τη κάνουν μπάχαλο... και ίσως έτσι να μη τα ξανάεβλεπα ποτέ...και να υσήχαζα μιά για πάντα από αυτά και την ενοχλητική παρουσία τους...νομίζω είναι όπως το πάρει κανείς...και ανάλογα και με το mood της στιγμής....καλώς σε βρήκα,Αθανασία.

Won_toLLa είπε...

Αυτή την Λέξη δεν την αλλάζω γιατί είναι πολύ αληθινή!!!!

"Μοναξιά μου Όλα... Μοναξιά μου Τίποτα... Μην μ' αφήνεις τώρα που είναι όλα πιο Δύσκολα!!!" που λένε και οι Αγαπημένοι ΠΥΞ ΛΑΞ