Πέμπτη, 24 Ιουλίου 2008

ανάμνηση

ανάμνηση η [anámnisi]:
1.
α. επαναφορά στη μνήμη προσωπικών βιωμάτων ορισμένης χρονικής στιγμής του παρελθόντος:
Η ανάμνηση είναι μια σύνθετη ψυχική λειτουργία.
β. τα βιώματα που επανέρχονται στη μνήμη:
Έχω πολύ καλές / κακές αναμνήσεις από τη μαθητική μου ζωή.
Οι αναμνήσεις από την παιδική μου ηλικία είναι αμυδρές / ζωηρές.
Το ταξίδι μας / η παρουσία του μας άφησε πολύ καλές αναμνήσεις.
Έχω πολλές αναμνήσεις από αυτή την πόλη.
Οι ηλικιωμένοι ζουν με τις αναμνήσεις τους.

1 σχόλιο:

Won_toLLa είπε...

ΑΝΑΜΝΗΣΗ... Αν βγάλεις το ΑΝΑΜ... και αλλάξεις το Η σε Ι... Τί γίνεται... ΝΗΣΙ...

ΌΜΟΡΦΟ ΝΗΣΙ ΠΟΥ ΕΙΝΑΙ Η ΚΡΗΤΗ...